Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Μια βοσκοπούλα αγάπησα - Το όνειρο. Δημοτικά τραγούδια της αγάπης από τον "ΑΜΥΝΤΑ ΣΚΟΠΙΑΣ"

Στίχοι: Γεώργιος Ζαλοκώστας

Μουσική: Παραδοσιακό
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Ζάχος

Μια βοσκοπούλα αγάπησα,
μια ζηλεμένη κόρη
μα την αγάπησα πολύ
 ήμουν αλάλητο πουλί
ήμουν αλάλητο πουλί,
δέκα χρονών αγόρι.

Μια μέρα που καθόμουνα,
στα δέντρα τ' ανθισμένα
Μαριώ της λέω σ’ αγαπώ,
μα ντρέπομαι να σου το πω
μα ντρέπομαι να σου το πω,
τρελαίνομαι για σένα.

Από τη μέση μ’ άρπαξε,
με φίλησε στο στόμα
και μου ’πε μ’ αναστεναγμό,
για της αγάπης τον καημό
για της αγάπης τον καημό,
είσαι μικρός ακόμα.
…….

Μεγάλωσα και τη ζητώ,
μα ήταν αλλού η καρδιά της
μα εγώ ποτέ μου δεν ξεχνώ,
το γλυκοφίλημά της
μα εγώ ποτέ μου δεν ξεχνώ
το γλυκοφίλημά της.


ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ (Στην Αγιά Παρασκευή)

Μες στην Αγιά Παρασκευή
κοιμάται κόρη μοναχή
κοιμάται κι ονειρεύεται
πώς την αυγή παντρεύεται,
κοιμάται κι ονειρεύεται
πώς την αυγή παντρεύεται.

Μάνα μου γλυκιά μου μάνα
είδα όνειρο κακό
μάνα μου καλή μου μάνα
εξήγησε μου τ’ όνειρο.

Πύργο ψηλό ανέβαινα
σε περιβόλι έμπαινα
και δυο ποτάμια με νερό
στη μέση ήμουνα εγώ
και δυο ποτάμια με νερό
στη μέση ήμουνα εγώ.

Μάνα μου γλυκιά μου μάνα
είδα όνειρο κακό
μάνα μου καλή μου μάνα
εξήγησέ μου τ’ όνειρο.

Ο πύργος είναι  ο άντρας σου
το περιβόλι ο γάμος σου
τα δυο ποτάμια με νερό
κρασί για το συμπεθεριό
τα δυο ποτάμια με νερό
κρασί για το συμπεθεριό.



Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Το Τραίνο. Γράφει ο K.Δ. Ιωάννου - Οδοντίατρος

 Το βλέπαμε από τα λιβάδια μας, τα γκράτσκι λιβάδια, σαν φίδι να σέρνεται πέρα από τα Φλωρινιώτικα χωράφια, σφυρίζοντας να χάνεται πίσω από τις συστάδες των δένδρων, να ξαναεμφανίζεται πιο πάνω, να ξαναχάνεται και μετά να χώνεται μέσα στα πρώτα σπίτια της Φλώρινας, εκεί προς τσιφλίκι μεριά και προς τον Άη–Γιώργη... τσαφ τσουφ, τσαφ-τσουφ...ου ου...ου ου ου... Από κοντά δεν είχα δει το τραίνο, μόνο το έβλεπα από μακριά και το άκουα που σφύριζε. Κάποιες φορές το έβλεπα και από το βουνό, από τη μ'ζγκάλκα να διασχίζει τον καταπράσινο κάμπο της Φλώρινας, μαύρο, κατάμαυρο, αφήνοντας πίσω του μαύρο καπνό…
Μεγάλα χαρά αισθάνθηκα όταν μου είπε n μητέρα μου πως θα πάμε στο σταθμό, στη Φλώρινα, να περιμένουμε τον παππού μας, τον ντέντο Στέφο, που θάρχονταν από τον Καναδά…!!
Μ'ζγκάλκα (Πέτρινη αρχαία γλίστρα στη Σκοπιά)
Καβάλα στο γάιδαρό μας, με τα καινούργια μου ρούχα, n μάνα μου στο σαμάρι καθισμένη στη μια πλευρά, και εγώ πίσω, στα καπούλια του γαϊδάρου μας ξεκινήσαμε για το σταθμό με έναν γάιδαρο παλαβό και ζωηρό, π'ρλε τον φωνάζαμε, που γκάριζε συνέχεια σαν έβλεπε άλλον γάιδαρο και που αφήνιαζε όταν συναντούσε καμιά γαϊδάρα, ρεζίλι μας έκανε... Πάνω στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, χτυπούσαν «τάκα – τουκ, τάκα τουκ» οι πεταλωμένες οπλές του γαϊδάρου μας και κάθε τόσο σταματούσε να μυρίσει τις σβουνιές που ’σαν αραδιασμένες πάνω στην άσφαλτο από άλλους γαϊδάρους. Κάτω δεξιά, απλώνονταν ο πολύχρωμος κάμπος της Φλώρινας και της Σκοπιάς. Πάνω στην Κούλα, αριστερά, βόσκαν τα πρόβατα του Δογούλη...
Κάποια στιγμή φθάσαμε στο Σταθμό. Κόσμος πολύς μαζεμένος εκεί, κάποιοι θα ταξίδευαν, κάποιοι θα ξεπροβόδιζαν και κάποιοι θα υποδέχονταν, όπως εμείς. Αγωγιάτες, ταξιτζήδες, καροτσιέρηδες, χαμάληδες, περίμεναν και αυτοί, κοιτάζοντας κάθε τόσο το ρολόι τους. Ο κόσμος κοντά στις γραμμές του τραίνου κοίταζε μακριά, προς το βάθος των γραμμών. Περιεργαζόμουν τα πάντα, όλα ήσαν πρωτόγνωρα, τους πάντες εξέταζα από πάνω μέχρι κάτω...
«Κουλούριαααα, σιμίτιααα», φώναζε ένας νεαρός, μαύρος, ψηλός και χοντρός, έχοντας μια μαύρη τάβλα στο κεφάλι του..
Ένας κοντός, μικρόσωμος άντρας, περασμένης κάπως ηλικίας, φορούσε λαστιχένιες παντόφλες, έκοβε βόλτες πάνω - κάτω, έχοντας συνέχεια τα χέρια του πίσω, με το τσιγάρο αναμμένο, μας κοίταζε όλους, μια τον έναν, μια τον άλλον. Εμείς κοιτάζαμε αυτόν κι αυτός κοιτούσε εμάς.
Ένας άλλος, με κόκκινο φέσι στο κεφάλι, με μια μαύρη φούντα να κρέμεται από πίσω, γιλέκο αμάνικο φορούσε, καρό, κόκκινο πουκάμισο, μαύρο παντελόνι, μάλλινο, φαρδύ σαν βράκα, που έφτανε λίγο πιο κάτω από τα γόνατα, με μαύρες, μάλλινες κάλτσες και γυαλισμένο μαύρο σκαρπίνι, χτυπώντας δυνατά τις κίτρινες χάντρες του κομπολογιού του, έκοβε και αυτός βόλτες πάνω – κάτω, έχοντας το ένα χέρι πίσω και στρίβοντας κάθε λίγο και λιγάκι τις άκρες του μαύρου τσιγκελωτού μουστακιού του.
Κάποιος με στολή και πηλίκιο, ψηλός, όμορφος, βγήκε σφυρίζοντας από ένα γραφείο, φ'ρρ φ'ρρρ, φούσκωναν τα μάγουλά του και κρατούσε σηκωμένο έναν στρόγγυλο δίσκο, κόκκινο από τη μια πλευρά και πράσινο από την άλλη, έδιωχνε τον κόσμο από τις ράγες του τραίνου.
Τσαφ, τσουφ, τσαφ, τσουφ, πλησίαζε σιγά-σιγά το τραίνο αγκομαχώντας, σιδερένιο, βαρύ, γυρνούσε τις ρόδες του πάνω στις σιδερόβεργες και κόσμος, πολύς κόσμος στα παράθυρα του τραίνου, έχοντας βγαλμένα κεφάλια και χέρια έξω, χαιρετούσαν και γελούσαν...
Χαρές, φωνές, αναπηδητά από κάτω, χέρια σηκωμένα να κουνιούνται, «νάτος, νάτος!» να φωνάζουν...
Τελευταίος, κατέβηκε, νάτος, αυτός με το ρεμπούμπλικο στο κεφάλι, με τα άσπρα μαλλιά στα πλάγια, αδύνατος, ρυτιδιασμένος, με την πλάτη κάπως λυγισμένη, κοίταξε προς το μέρος μου και όρμησε με χαρά να μας αγκαλιάσει. Τα ρούχα του μοσκοβολούσαν άρωμα, ήταν πεντακάθαρα, το πρόσωπό του φρεσκοξυρισμένο και αρωματισμένο...
Δεν χόρταινε ο παππούς μου να με κοιτάζει, να με καμαρώνει, να με αγκαλιάζει και να με φιλάει...
-Ποράστε μπρε πίλε τι, μάζζε σε στόρι, φτου μασσσαλά…! (Δηλ.: «Μεγάλωσες πουλάκι μου εσύ, αντράκι έγινες, φτου… σου»).
Φορτώσαμε στο γάιδαρό μας ένα μπαούλο και δύο μεγάλες βαλίτσες, όλα κλειδωμένα. Με σήκωσε και μένα ο παππούς και με έβαλε πάνω στο σαμάρι του γαϊδάρου, με τα πόδια μου να κρέμονται μπροστά και στο χέρι μου το καπίστρι του γαϊδάρου, ξεκινήσαμε για το χωριό, για το σπίτι.
Όλα ήταν χαρούμενα γύρω μας. Στο γράμμα του μας έγραφε ο παππούς πως θα έφερνε πολλά παιχνίδια για μένα και τον αδελφό μου, τον Βάσε, πιστόλια, μπίλιες, μπάλα, καπέλο καουμπόικο και καψούλια, ρούχα καινούργια καναδέζικα, πουκάμισα και μπουφάν δερμάτινο, μπλε, που είχε στα μανίκια του κάτι διακριτικά, στα πλάγια κάτω από τους ώμους… Ανυπομονούσαμε να φτάσουμε στο χωριό και να ανοίξουμε τις βαλίτσες και το μπαούλο...
Φτάσαμε στο χωριό, μπαίνουμε στο σπίτι του παππού, όπου ήταν n γιαγιά Φάρα, καλοντυμένη, με την καινούργια αντερία και κιουρντία, τον περίμενε με τις πόρτες ανοιχτές και την αυλή σκουπισμένη...
-Ντέα σι μόρι μπάμπω, στίγκνα μόμτσε το.... (Δηλ.: «Πού είσαι γιαγιά μου, έφτασε ο γαμπρός...»).
-Τούκα σι μπρε ντέντο, νεβέστα τα τε τσέκα! (Δηλ.: «Εδώ είμαι γέρο, n νύφη σε περιμένει!»).
Αγκαλιές, αναφιλητά, δάκρυα βρέχουν τα μάγουλά τους. Πρόσωπα γερασμένα, πρόσωπα που ’χάσαν τον ανθό της νιότης τους, χώρια τόσα χρόνια, μακριά ο ένας από την άλλη, φιλιούνται, αγκαλιάζονται...
Ο παππούς αναπλήρωσε το κενό που μας άφησε ο ξενιτεμένος πατέρας μου. Με αυτόν, με τον παππού πηγαίναμε στα χωράφια, κουβαλούσαμε χόρτο, τριφύλλι, ξύλα, μήλα από το φυτώριο, με τους δύο γαϊδάρους μας τώρα πια, ο παππούς αγόρασε γάιδαρο από τον Ζώλη...
Από μακριά, από τα γκράτσκι, κοίταζα συχνά το τραίνο που έφευγε και ερχόταν...
Μετά ένα χρόνο περίπου ξαναπήγαμε στο σταθμό με τον γάιδαρο και δύο βαλίτσες φορτωμένες. Θα έφευγε ο μεγάλος μου αδελφός, ο Πέτσες, για τον Καναδά. Όλη τη νύχτα δεν κοιμηθήκαμε με τον αδελφό μου, καθισμένοι στο κρεβάτι. Κλαίγαμε, «μη φεύγεις μπάτε, του έλεγα, πού θα μας αφήσεις;». Ο Πέτρος κρατούσε μια φωτογραφία στο χέρι και την κοίταζε βουρκωμένος, δίπλα στη ραπτομηχανή της μάνας μου Singer έγραφε, ήταν και n λάμπα πετρελαίου και σιγόκαιγε, πάνω στον τοίχο... Αργά μας πήρε ο ύπνος...
Το πρωί ακούσαμε τη φωνή της μάνας:
-Άιντε Πέτσε, σηκωθείτε, το τραίνο να προλάβουμε! Ντύθηκα βιαστικά και κατέβηκα κάτω στην αυλή. Ο γάιδαρος σαμαρωμένος, οι βαλίτσες κάτω στο χώμα, ο παππούς περίμενε, οι συγγενείς περίμεναν, τα ξαδέλφια, οι θείοι, που θα ξεπροβοδίζαμε τον Πέτρο.
-Άιντε Πέτσε, άιντε!!!
Ο Πέτρος δεν κατέβαινε, αργούσε, καθυστερούσε...
-Άιντε, πίλε, άιντε, φώναξε n για¬γιά μου n Λαζούϊτσα...
-Ι τι μόρι μπάμπω με τέρας... (Δηλ.: «Κι εσύ γιαγιά μου με διώχνεις...»).
Με βαριά βήματα, σκεφτικός, αμίλητος, κατέβηκε τις σκάλες του σπιτιού μας ο Πέτρος. Στενοχωρημένος, ξενύχτης, με γουρλωμένα, κλαμένα μάτια, ήρθε κοντά μας καλοντυμένος, φρεσκοξυρισμένος...
Φάλαγγα ξεκινήσαμε για τη Φλώρινα, για το Σταθμό, όλη n γειτονιά μας συνόδεψε, όλοι οι συγγενείς, όλοι οι φίλοι του Πέτρου. Στο Σταθμό τον περίμεναν και οι συμμαθητές του από το Γυμνάσιο για να τον αποχαιρετήσουν. Μια ξανθομαλλούσα κοπελίτσα, κλαμένη, καθόταν σε μια άκρη, εκεί στη γωνία του κτιρίου του σταθμού και του κουνούσε το χέρι από μακριά. Ο αδελφός μου ξέσπασε σε κλάματα, κλάματα με λυγμούς, με αγκάλιασε και άρχισε να με φιλάει. Ήθελε να δικαιολογήσει το ξέσπασμά του...
Τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, άρχισε το τραίνο, έβαλε μπρος στη μηχανή του. Μαύρος καπνός, μαύρος σαν την ψυχή μας, ανέβαινε στα πεταχτά προς τα πάνω. Φυσούσε και ξεφυσούσε το τραίνο, ατμός έβγαινε από τα πλάγια, από τις μπροστινές ρόδες. Τα βαγόνια αραδιασμένα και ο κόσμος ανέβαινε στο τραίνο. Οι περισσότεροι κλαμένοι, με τα μαντήλια στα χέρια να σκουπίζουν τα δάκρυά τους. Ξεπροβόδιζαν όλοι τους τα νιάτα, τα νιάτα της Φλώρινας, που έφευγαν μακριά, και δεν ήξεραν πότε θα ξαναγυρίσουν...
Ένας καλοντυμένος με στολή και πηλίκιο, πλησίαζε σφυρίζοντας και άρχισε να γυρίζει ένα τροχό. Σήκωσε το δείκτη που κρατούσε και το τραίνο άρχισε να σφυρίζει...
«Ου,ου,ου,τσαφ,τσουφ,τσαφ, τσουφ». Αυτό ήταν... Τέλειωσε... Φύγαν... Μείναμε αποσβολωμένοι, κλαμένοι. Το τραίνο χάθηκε στο βάθος, τα κεφάλια από τα παράθυρα του τραίνου και τα χέρια που κουνιούνταν μπήκαν μέσα...
Μαύρες κάργες πετούσαν πάνω από τις λεύκες του σταθμού, ο κόσμος σκυφτός, αμίλητος, αποχωρούσε...
Πήραμε το δρόμο για το χωριό καβάλα στο γάιδαρο εγώ, η μάνα μου πίσω μου σιγόκλαιγε και ακολουθούσε με βήματα βαριά. Ξερά τσάκνα μάζευε από τις άκρες του δρόμου για να τα πάει στο σπίτι για το τζάκι...
Ο μπαμπάς στον Καναδά, τώρα μας πήρε και τον αδελφό μου. Μείναμε οι τέσσερίς μας στο σπίτι. Η μάνα μου, εγώ, ο αδελφός μου ο μικρότερος και n γιαγιά...
Στα γκράτσκι λιβάδια θερίζαμε με την κόσα. Στο βάθος προς τη Φλώρινα, φάνηκε το τραίνο να σέρνεται και να σφυρίζει. Μαύρο, κατάμαυρο, μαύρο σαν καλιακούδα, τσαφ, τσουφ, τσαφ, τσουφ, αυτό το βιολί του... Πηγαινοέρχεται μια πάνω, μια κάτω. Οι μαύρες κάργες πέταξαν τρομαγμένες από τα καραγάτσια και τα δέντρα του σταθμού.
Ου, ου, ου....μουντζούρη, ου να μου χαθείς, που μου πήρες τον αδελφό μου, τον μπάτε μου... Ού ντα τι γκο σέραμ πάμπουρο (βρισιά).
Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα ΗΧΩ της Φλώρινας την Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Ο αποκριάτικος χορός του "Αμύντα Σκοπιάς"

Μεγάλη επιτυχία είχε και φέτος ο αποκριάτικος χορός που διοργάνωσε o Πολιτιστικός και Μορφωτικός Σύλλογος "Αμύντας Σκοπιάς Φλώρινας" το Σάββατο 26/2/2011 στο κέντρο "Διόνυσος" που βρίσκεται στη Σκοπιά.

Από νωρίς κατέφθασε ο κόσμος όχι μόνο από το χωριό αλλά και από τη γύρω περιοχή. Το κέφι ήταν ασταμάτητο και σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η υπέροχη "Μπάντα των αδελφών Βαλκάνη" με τις άψογες μουσικές εκτελέσεις τους.
Τα χάλκινα πήραν ΦΩΤΙΑ.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με χορούς που παρουσίασε το παιδικό τμήμα του "Αμύντα Σκοπιάς" και με χαιρετισμούς των επισήμων και της προέδρου του Συλλόγου, κ. Αρετής Μπισκάρη.
Την εκδήλωση τίμησαν με την Παρουσία τους ο βουλευτής της Ν.Δ. κ. Κωνσταντινίδης Στάθης, ο Αντι Περιφερειάρχης Δυτ. Μακεδονίας κ. Δημήτρης Ηλιάδης και ο Πρόεδρος του Δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Φλώρινας κ. Αριστίδου Άρης.
Κατά την διάρκεια της εκδήλωσης, κληρώθηκαν πλούσια δώρα προσφορά πολλών καταστημάτων της Φλώρινας.
Ο κόσμος χόρεψε με κέφι και οι περισσότεροι αποχώρησαν από την αίθουσα με τη λήξη του προγράμματος.
Ευχαριστούμε τα καταστήματα της Φλώρινας για τα δώρα τους καθώς και όλους τους χορηγούς που στηρίζουν κάθε χρόνο τον “Αμύντα Σκοπιάς”


Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Παντελής Σκένδος (Οργανοπαίχτης)

Ο Παντελής Σκένδος ήταν αρχηγός μιας ορχήστρας χάλκινων που την αποτελούν κατά καιρούς Σκοπιώτες αλλά και  οργανοπαίχτες από άλλα χωριά. γεννήθηκε το 1941. Ήταν άριστος στο κλαρίνο και για αυτό ήταν περιζήτητος  στους γάμους και στα πανηγύρια όχι μόνο του νομού Φλώρινας αλλά και σε γειτονικούς νομούς.

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Τα έθιμα των χριστουγέννων σε όλο τον κόσμο

ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ τα Χριστούγεννα κυριαρχούσε το έθιμο «τον γαϊδάρου», η παρέλαση τον οποίον στους δρόμους, αναπαρίστανε τη φυγή της Θείας οικογένειας από την Αίγυπτο, που έγινε πάνω σε ένα γαϊδουράκι. Το συμπαθές τετράποδο κατέληγε στην εκκλησία της πόλης, όπου ιερείς, ψάλτες και κοινό με την είσοδό τον στο ναό, άρχιζε να το υποδέχεται, μιμού-μενο τη φωνή του! Η εκκλησία απαγόρεψε την παραπάνω παρωδία τον 15ο αι. - αν και σε αρκετές περιοχές συνεχίστηκε για αρκετούς αιώνες ακόμη.

Σ' όλη την Ευρώπη, ανάβουν τον «δαυλό των Χριστουγέννων» (buche de Νοεl, ή souche de Νοel, ή chrisbrand, στα λαϊκά ελληνικά μαμή ή μπάμπω). Πιστεύεται πως το ξύλο αυτό προφυλάσσει από κεραυνό, χαλάζι, πυρκαγιά και από τον διάβολο και άλλα δαιμονικά. Η στάχτη του σκορπίζεται στα χωράφια για καλή σοδειά.
Οι Γερμανοί χτίζουν πέτρινο βωμό, αφιερωμένο στη Θεά τον σπιτιού και της οικογένειας, Χέρτα ή Μπέρτα. Πάνω στο βωμό συγκέντρωναν κλαδιά ελατού και άναβαν φωτιά. Μέσω του καπνού της, πίστευαν, ότι Θα κατεβεί η θεά και Θα καθοδηγήσει τους σοφούς εκ των πιστών της να προβλέπουν το μέλλον.
Βρετανοί, Σάξονες και Νορβηγοί γιορτάζουν τα Τζιούλεϊς ή Τζιούλι. Άναβαν προσεκτικά μεγάλες φωτιές και μετά θυσίαζαν βόδια, που τα έψηναν. Άναβαν φωτιές για να ζεστάνουν το φως. Τα ξύλα τα έπαιρναν σπίτι, γιατί πίστευαν πως θα τους φέρουν τύχη.
Στη Σκοτία, παραμονή Χριστουγέννων, συγκεντρώνονται γύρω από μια τεράστια υπαίθρια φωτιά, μέσα στην οποία ρίχνουν ένα μεγάλο κορμό δένδρου, το γιολ, «για να ξυπνήσουν τον Ήλιο από τη χειμερία νάρκη του». Παλαιότερα, στα ίδια εδάφη, οι Σκοτσέζοι Δρυίδες θυσίαζαν ως και ανθρώπους για τον ίδιο λόγο.
Οι Σουηδοί ονομάζουν τα Χριστούγεννα Γιουλ, από το ομώνυμο ξωτικό της παράδοσής τους, που γι' αυτούς κατέχει σημαντικότερη Θέση κι από αυτό ακόμα το Θείο Βρέφος.
Στη Φινλανδία από την παραμονή των Χριστουγέννων, οι χωρικοί δένουν σε στύλους τον κήπου τους δεμάτια με δημητριακά, καρύδια και σπόρους βρώμης, «για να κάνουν το τραπέζι στα πουλιά», που δυσκολεύονται να βρουν τροφή στα χιόνια. Δεν αγγίζουν μάλιστα το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, ώσπου να βεβαιωθούν πως τα πουλιά τους τίμησαν και χόρτασαν με την τροφή που τους άφησαν.
Το... γάβγισμα του γαμπρού
Την παραμονή των Χριστουγέννων οι λεύτερες κοπέλες στην Πολωνία, αλέθουν σπόρους παπαρούνας, για να τις βοηθήσουν να αποκατασταθούν. Μετά το βραδινό φαγητό, βγαίνουν στο δρόμο και έχουν τα αφτιά τους ανοιχτά. Απ' την κατεύθυνση απ' την οποία Θα ακουστεί το πρώτο γάβγισμα σκύλου, από εκεί θα έρθει κι ο μέλλων γαμπρός. Άλλες στήνουν αφτί στην πόρτα γειτονικού σπιτιού. Κι αν ακούσουν πρώτη τη λέξη «πήγαινε» σημαίνει ότι Θα πάνε για γάμο, αν ακούσουν όμως πρώτη τη λέξη «κάτσε» σημαίνει ότι Θα κάτσουν στο ράφι...
Οι Ιουδαίοι τον μήνα Κισλέβ γιόρταζαν τη Γιορτή της Αφιέρωσης ή των Φώτων. Μ' αυτήν τιμούσαν την επανα-φιέρωση τον Ναού τον Σολομώντα.
Οι Πέρσες άναβαν φωτιές να γιορτάσουν τα γενέθλια τον θεού Μίθρα. Σήμερα, στο Ιράν, τη νύχτα του χειμερινού ηλιοστασίου γιορτάζουν τη Γιάλντα. Μένουν άγρυπνοι, ανάβοντας μεγάλες φωτιές «για να ενθαρρύνουν τον Ήλιο και να τον βοηθήσουν στη μάχη τον εναντίον τον κακού σκότους».
Στο Θιβέτ γιορτάζουν επί 5ήμερο το έτος που πεθαίνει, το ντοσμόχ, φορώντας αποκρουστικές μάσκες, για να φοβηθούν τα κακά πνεύματα να εισέλθουν στο νεογέννητο έτος. Δεν στολίζουν δένδρο, αλλά στύλο, στον οποίο έχουν κρεμάσει αστέρια, σταυρούς και πενταγράμματα, φτιαγμένα από σχοινί, γύρω από τον οποίο χορεύουν.

Εφημερίδα Έθνος της Κυριακής 22 Δεκεμβρίου 2002

Σημείωση: Το  αρχέγονο έθιμο της φωτιάς είναι κοινό σε πολλά μέρη του κόσμου.

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Οι φωτιές στη Φλώρινα

Κάθε χρόνο στις 23 Δεκεμβρίου τα μεσάνυχτα, στη Φλώρινα αλλά και τα γύρω χωριά γιορτάζεται το έθιμο της Φωτιάς. Το έθιμο αυτό έχει της ρίζες του στα αρχαία χρόνια.

Οι αρχαίοι Μακεδόνες γιόρταζαν τη "Τη γέννηση του Ήλιου" στην αρχή του χειμερινού ηλιοστασίου, καθώς άρχιζε να μεγαλώνει η μέρα, τιμώντας έτσι το θεό του Ήλιου, Απόλλωνα. Αργότερα το έθιμο συνδέθηκε με τις φωτιές που άναψαν οι βοσκοί όταν γεννήθηκε o Χριστός.

Διήμερο Πολιτιστικών Εκδηλώσεων Ένωσης Μακεδόνων Βελγίου

Ο πολιτιστικός Μορφωτικός Σύλλογος Αμύντας Σκοπιάς, έλαβε μέρος στο Διήμερο ΄΄ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ΄΄ της Ένωσης Μακεδόνων Βελγίου" που πραγματοποιήθηκε  την Παρασκευή 26   και το Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010. Ο Σύλλογός μας προσκλήθηκε από την ελληνική κοινότητα Βελγίου και τον συντοπίτη μας, πρόεδρο της ένωσης, κ. Κώστα Κίζα. Οι εντυπώσεις που άφησε ο Αμύντας Σκοπιάς ήταν εξαιρετικές. Ο Αμύντας Σκοπιάς ευχαριστεί τους Μακεδόνες και Ηπειρώτες Βελγίου για τη θερμή φιλοξενία.